Δικαστική απόφαση αναδεικνύει τον εθισμό στην τεχνολογία ως το επόμενο μεγάλο πρόβλημα του Big Tech.

Της Kristin Stoller

Αν κι εσείς περνάτε το μεγαλύτερο μέρος των ωρών σας ξύπνιοι κοιτάζοντας οθόνες — από email εργασίας μέχρι TikTok κι από YouTube μέχρι ομαδικές συνομιλίες— πιθανότατα έχετε αναρωτηθεί, τουλάχιστον μισοαστεία, αν είστε «εθισμένοι» στο τηλέφωνό σας.

Είναι ένα εύλογο ερώτημα, αποφάσισε μόλις ένα δικαστήριο του Λος Άντζελες. Σε μια υπόθεση-ορόσημο που παρακολουθείται στενά, το δικαστήριο έκρινε υπέρ μιας 20χρονης ενάγουσας γνωστής ως KGM, η οποία υπέβαλλε αγωγή κατά της Meta και της Google, ισχυριζόμενη ότι χαρακτηριστικά σχεδίασης όπως η απεριόριστη κύλιση, τα φίλτρα και η αυτόματη αναπαραγωγή στο Instagram, το Facebook και το YouTube την κρατούσαν συνδεδεμένη έως και 16 ώρες την ημέρα και συνέβαλλαν στην κατάθλιψη, το άγχος, τη σωματικής δυσμορφία και τον αυτοτραυματισμό της. (Η TikTok και η Snap έφτασαν σε συμβιβασμό στην ίδια υπόθεση νωρίτερα φέτος). Η ετυμηγορία θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε χιλιάδες παρόμοιες αγωγές —και μάλιστα να καταλήξει να περιορίσει το πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες καθώς ανταγωνίζονται για την προσοχή μας.

Οι νομικές προκλήσεις, παράλληλα με ένα αυξανόμενο σύνολο ερευνών για τον εγκέφαλο και τις ανησυχίες που εγείρουν οι οργανισμοί υγείας, αναδεικνύουν περαιτέρω ένα ερώτημα που συζητείται πολύ στον ακαδημαϊκό χώρο: Είναι ο «εθισμός στην τεχνολογία» πραγματικός; Και αν ναι, τι σημαίνει αυτό για το επιχειρηματικό μοντέλο που τροφοδοτεί τις εταιρείες με τη μεγαλύτερη αξία στον κόσμο;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Στο ένα άκρο του φάσματος βρίσκεται το είδος του «εθισμού» για το οποίο οι περισσότεροι από εμάς αστειευόμαστε: όταν τσεκάρουμε τα email πριν σηκωθούμε από το κρεβάτι, σκρολάρουμε στο TikTok, ή  πατάμε refresh στο Instagram όταν βαριόμαστε. Στο άλλο άκρο βρίσκεται μια πολύ μικρότερη ομάδα: άνθρωποι όπως η ενάγουσα και η Sarah Hill, μια νεαρή γυναίκα που το Fortune γνώρισε σε ένα κέντρο θεραπείας κατά της υπερβολικής χρήσης ψηφιακών δεδομένων, έξω από το Σιάτλ. Η ψυχαναγκαστική χρήση μιας εφαρμογής chatbot τεχνητής νοημοσύνης, Character AI, από την Hill έγινε τόσο έντονη που η ίδια παράτησε το κολέγιο και κατέληξε στο reSTART, ένα από τα λίγα τέτοια κέντρα, στις ΗΠΑ ή αλλού.

Εκεί, οι συμμετέχοντες εγκαταλείπουν τα smartphones, τα διαδικτυακά παιχνίδια, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άλλες παρεμφερείς τεχνολογίες — συχνά για μήνες — και περνούν 24 έως 30 ώρες την εβδομάδα σε θεραπευτικό πρόγραμμα. Η θεραπεία κοστίζει, κατά μέσο όρο, περίπου 1.000 δολάρια την ημέρα, αν και μερικές φορές μπορεί να καλυφθεί από ασφάλιση για σχετικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη και το άγχος.

Αξίζει τον κόπο, λέει η Hill. «Αφού έκανα τόσα πολλά λάθη, επιτέλους πατάω το πόδι μου κάτω και λέω: ‘Θέλω να βγω από αυτόν τον ατελείωτο κύκλο’», λέει στο Fortune. «’Πρέπει να κάνω κάτι για να βελτιώσω τον εαυτό μου και τη ζωή μου’».

Η συνιδρύτρια του reSTART, Cosette Rae, θεραπεύει πελάτες εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες — gamers που δεν φεύγουν από τα σπίτια τους· ενήλικες κολλημένους στην εικονική πραγματικότητα ή την πορνογραφία· και, όλο και περισσότερο, ανθρώπους εθισμένους σε chatbots τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνολογία, λέει, είναι «παντού», πράγμα που σημαίνει ότι οι άνθρωποι που αναρρώνουν αναγκάζονται συνεχώς να λένε όχι σε κάτι που δεν μπορούν ποτέ να αποφύγουν πλήρως.