Η μεταρρύθμιση στο σύστημα υγείας και οι αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι οι μεγάλοι στόχοι της κυβέρνησης για το 2024, όπως επεσήμανε ο υπουργός Επικρατείας, Μάκης Βορίδης, σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό Real FM. Για το νέο πλαίσιο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, έθεσε, μάλιστα, και το χρονοδιάγραμμα: Οι επίμαχες διατάξεις να τεθούν σε διαβούλευση στις αρχές του έτους και να έχουν ψηφισθεί μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου.

Ειδικότερα, «η καινούρια χρονιά θα ξεκινήσει με κάτι το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι ιστορικού χαρακτήρα, είναι εμβληματικό, είναι πολύ πολύ σημαντικό. Και, μας βγάζει από χρόνιες αγκυλώσεις και εμμονές κυρίως συνταγματικού χαρακτήρα, που είναι το σύστημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ. Αυτό είναι μια νομοθετική πρωτοβουλία, ελπίζουμε να έχουν σηκωθεί οι διατάξεις στις αρχές του έτους για διαβούλευση και μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου να έχουν ψηφισθεί οι σχετικές διατάξεις. Οι οποίες θα επιτρέψουν να διαμορφώσουν πλαίσιο ώστε παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων να λειτουργήσουν με τη μορφή μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ και να κάνουμε ένα βήμα – το όλο βήμα πρέπει να γίνει με τη συνταγματική αναθεώρηση. Αλλά να κάνουμε ένα πρώτο σημαντικό βήμα, ώστε να υπάρχει η λειτουργία μη κρατικών ΑΕΙ στη χώρα μας».

Ταυτοχρόνως, συνέχισε, «θα υπάρχουν σημαντικά πράγματα για τα κρατικά πανεπιστήμια μέσα στο ίδιο νομοσχέδιο, και για τη δυνατότητά τους για συνεργασίες με αλλοδαπά πανεπιστήμια και για τα ζητήματα της χρηματοδότησής τους και για τα ζητήματα της απελευθέρωσης κυρίως των ειδικών λογαριασμών κονδυλίων έρευνας […] θα υπάρχει μια πολύ σημαντική βελτίωση στη λειτουργία των κονδυλίων έρευνας, θα προσελκύσουν πολύ σημαντικά ερευνητικά κεφάλαια προς τα κρατικά πανεπιστήμια».

Και ο υπουργός Επικρατείας συνέχισε: «Για μένα το πιο σημαντικό από όλα είναι ότι θα πρέπει κανείς να σκεφθεί ότι είμαστε η μοναδική χώρα στον πλανήτη, – κομμουνιστικές χώρες έχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια – στην Ελλάδα έχουμε καταλήξει να είμαστε η μοναδική χώρα στον πλανήτη που δεν επιτρέπει τη λειτουργία αυτή». Ενώ εστίασε αμέσως μετά και σε κάτι που είναι, όπως είπε, αντινομικό και βαθύτατα υποκριτικό: «Εξαιτίας και της ευρωπαϊκής νομοθεσίας η λειτουργία των κολεγίων οδηγεί στη χορήγηση πτυχίων που έχουν επαγγελματικά δικαιώματα αλλά δεν παρέχουν ακαδημαϊκά δικαιώματα. Τώρα έχουμε ένα χαμηλά ρυθμισμένο, για να μην πω αρρύθμιστο, πεδίο, αυτό των κολεγίων, το οποίο οδηγεί σε χορήγηση πτυχίων. Και, ταυτόχρονα”, δεν θέλουν” να φτιάξουμε ένα σχήμα, το οποίο θα είναι ρυθμισμένο, θα έχει προϋποθέσεις λειτουργίας, αδειοδότησης και παρακολούθησης […] ουσιαστικά προϋποθέσεις ουσιαστικής λειτουργίας, τις οποίες θα θέσουμε ακριβώς για να υπάρχει ένα εξαιρετικό επίπεδο, ένα πολύ καλό επίπεδο στη λειτουργία αυτών των ΑΕΙ. Αυτό θα μας λύσει (το πρόβλημα) ότι πάρα πολλά παιδιά, τα οποία σήμερα φεύγουν και πηγαίνουν στην Κύπρο, δεν θα πω μακριά, πηγαίνουν στη Βουλγαρία. Πηγαίνουν σε μη κρατικά πανεπιστήμια, σε ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν χρειάζεται να υποβάλλονται οι γονείς τους σε αυτό το έξοδο μετακινήσεων, διαβιώσεως, διατροφής, διδάκτρων, αλλά (τα παιδιά) θα μπορούν να κάνουν μια επιλογή εδώ».

Αλλάζοντας θέμα, σε εκείνο της νομοθέτησης του γάμου ομόφυλων ζευγαριών, ο κ. Βορίδης απάντησε ότι «αυτή τη στιγμή που μιλάμε, στο νομοθετικό προγραμματισμό που εγώ γνωρίζω, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Βεβαίως, αυτό είναι στη διακριτική ευχέρεια και τον απόλυτο χειρισμό του πρωθυπουργού. Ξέρω ότι συζητείται στο δημόσιο διάλογο, το έχει κρατήσει ο πρωθυπουργός για να δει ποια είναι η χρονική στιγμή, κάτω από ποιες προϋποθέσεις, το ακριβές περιεχόμενο, τα διαδικαστικά κομμάτια, προκειμένου να εκδηλωθεί η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία. Εγώ δεν έχω να προσθέσω κάτι, είναι κάτι το οποίο χειρίζεται προσωπικά ο πρωθυπουργός».

Κάνοντας εν συνεχεία ένα απολογισμό της συνολικής κυβερνητικής θητείας της Νέας Δημοκρατίας, υπενθύμισε αρχικώς ότι «η πρώτη τετραετία σημαδεύτηκε πρωτίστως από την κρίση του κορωνοϊού, η οποία δέσμευσε πολύ σημαντικά ποσά από πλευράς προϋπολογισμού αλλά και πολιτικό κεφάλαιο προκειμένου να αντιμετωπισθεί. Όλες οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν – όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο – στη αντιμετώπιση του πρωτόγνωρου φαινομένου. Η πρώτη τετραετία είχε πάρα πολλές σημαντικές φυσικές καταστροφές, που επίσης απαίτησαν μεγάλη ενέργεια στο να φτιαχτεί ένας μηχανισμός για την αντιμετώπισή τους. Αυτά τώρα μπορεί να μας φαίνονται δεδομένα, αλλά πριν τέσσερα χρόνια αυτοί οι μηχανισμοί πολιτικής προστασίας, ακόμη και οι αποζημιωτικοί μηχανισμοί, δεν υπήρχαν. Φτιάχτηκαν κυρίως στον “Ιανό”, αλλά και αυτό δέσμευσε σημαντική ενέργεια, κεφάλαιο και προϋπολογισμό για να γίνουν. Και βέβαια πέσαμε στους πολέμους, τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία, τις ανατιμήσεις […] την ενεργειακή κρίση. Όλα αυτά σημάδεψαν την πρώτη κυβερνητική τετραετία».

Κλείνοντας αναφέρθηκε και σε «μια σειρά από θέματα, τα οποία πρέπει να μπουν σε προτεραιότητα – και ξέρω ότι είναι σε προτεραιότητα στο κυβερνητικό σχέδιο». Έφερε δε, ως παράδειγμα τις μεταρρυθμίσεις στο χώρο της υγείας: «Με την πολιτική απόφαση του πρωθυπουργού να ενισχυθεί οικονομικά το σύστημα υγείας, αυτό έχει εκφρασθεί και με τις αυξήσεις τις οποίες πήραν οι γιατροί και με την προτεραιοποίηση στις προσλήψεις που έχει πλέον το σύστημα υγείας».

Επιπλέον, «η πολιτική βούληση έχει εκφραστεί με την αύξηση των δαπανών για την υγεία, πέρα από τις μισθολογικές αυξήσεις, οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν στον Προϋπολογισμό. Όλα αυτά φανερώνουν την ισχυρή πολιτική δέσμευση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κατεύθυνση αναμόρφωσης του συστήματος υγείας».

Ταυτόχρονα, ο υπουργός Επικρατείας μίλησε για «μηχανισμούς αξιολόγησης των ποσών αυτών. Τα ποσά αυτά δεν δίνονται για να δίνονται έτσι ούτε δίνονται για να πέφτουν σε μαύρες τρύπες, δίνονται για να βελτιωθεί η παρεχόμενη υπηρεσία υγείας και να φθάσει η βελτίωση αυτή στον ασθενή. Εδώ χρειάζονται σημαντικές μεταρρυθμίσεις – είμαι βέβαιος ότι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης δουλεύει, έχει ήδη κάνει πάρα πολλά πράγματα σε σύντομο χρονικό διάστημα, έχει παρουσιάσει σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες και σημαντικά πράγματα για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας. Προφανώς αυτό το σύστημα υγείας είναι ένα πολύ μεγάλο σύστημα και θέλει σημαντική και πολλή δουλειά. Στο κομμάτι αυτό θα δείτε, νομίζω σύντομα, πολύ σημαντικές μεταβολές», προανήγγειλε εν κατακλείδι.